- αυτόκλητος
- -η, -οαυτός που κάλεσε ο ίδιος τον εαυτό του, που ήρθε μόνος του, απρόσκλητος: Παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως μάρτυς αυτόκλητος.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
αὐτόκλητος — self called masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αυτόκλητος — η, ο (AM αὐτόκλητος, ον) [καλώ] αυτός που καλείται από τον εαυτό του, απρόσκλητος, ακάλεστος νεοελλ. 1. εκείνος που προσέρχεται στις τάξεις του κλήρου όχι επειδή τον κάλεσε ο Θεός (θεόκλητος) αλλά για προσωπικά οφέλη 2. «αυτόκλητος μάρτυρας» ή « … Dictionary of Greek
αὐτοκλήτως — αὐτόκλητος self called adverbial αὐτόκλητος self called masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐτόκλητον — αὐτόκλητος self called masc/fem acc sg αὐτόκλητος self called neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐτοκλήτοις — αὐτόκλητος self called masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐτοκλήτους — αὐτόκλητος self called masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐτοκλήτῳ — αὐτόκλητος self called masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐτόκλητοι — αὐτόκλητος self called masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αυτοκάλεστος — η, ο (Μ αὐτοκάλεστος, ον) αυτόκλητος … Dictionary of Greek
αυτόμολος — η, ο (AM αὐτόμολος, ον) (ειδικά για στρατιωτικούς) αυτός που εγκαταλείπει τις δικές του τάξεις και προσχωρεί στους αντιπάλους αρχ. Ι. αυτόκλητος, ακάλεστος II. επίρρ. αὐτομόλως προδοτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + (θ.) μολ , έμολον, αόρ. β του… … Dictionary of Greek